επιχρίω

(AM ἐπιχρίω)
1. απλώνω ρευστή ή μαλακή ουσία και καλύπτω μια επιφάνεια (α. «ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῡ τυφλοῡ», ΚΔ
β. «τόξον ἐπιχρίοντες ἀλοιφῇ»)
2. καλύπτω τοίχο, στέγη κ.λπ. με ασβεστοκονίαμα ή άλλο υλικό, σοβαντίζω
αρχ.
επαλείφω με μύρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χρίω «αλείφω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιχρίω — ἐπιχράω touch on the surface pres subj act 1st sg (epic doric ionic) ἐπιχράω touch on the surface pres ind act 1st sg (epic doric ionic) ἐπιχράω 1 touch on the surface pres subj act 1st sg (doric ionic) ἐπιχράω 1 touch on the surface pres ind act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιχρίω — επίχρισα και επέχρισα, επιχρίστηκα, επιχρισμένος, μτβ., καλύπτω με μαλακό ή υγρό μείγμα (επίχρισμα), επαλείφω: Η πόρτα επιχρίστηκε με λαδομπογιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εφυαλώνω — επιχρίω μετάλλινα ή πήλινα σκεύη με υαλώδες επίχρισμα, σμαλτώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὑαλώνω (< ὕαλος) διάφορο τού εμ φιαλ ώνω (< φιάλη)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπιχρῖσαι — ἐπιχρίω anoint aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικεχρισμένα — ἐπικεχρῑσμένα , ἐπιχρίω anoint perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπικεχρῑσμένᾱ , ἐπιχρίω anoint perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπικεχρῑσμένᾱ , ἐπιχρίω anoint perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσει — ἐπίχρισις smearing over fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιχρίσεϊ , ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (epic) ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (attic ionic) ἐπιχρί̱σει , ἐπιχρίω anoint aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιχρί̱σει , ἐπιχρίω anoint… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσῃ — ἐπιχρίσηι , ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (epic) ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint aor subj mid 2nd sg ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint aor subj act 3rd sg ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιπηλώ — όω, Α επιχρίω κάτι ολόγυρα με πηλό με λάσπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + πηλῶ «επιχρίω, αλείφω με πηλό»] …   Dictionary of Greek

  • πλάσσω — και πλάττω, ΝΜΑ, και πλάθω Ν 1. δίνω μορφή ή σχήμα σε κάτι, διαμορφώνω, σχηματίζω (α. «καὶ ἔπλασε τὸν κόσμον εἰς ἑπτὰ ἡμέρας», ΠΔ β. «τὰ μέλη τοῡ σώματος, εὐθὺς ἀπὸ γενέσεως πλάττειν τῶν τέκνων ἀναγκαῑον ἐστι», Πλούτ.) 2. (κυρίως) κατεργάζομαι… …   Dictionary of Greek

  • προσσυγχρίω — Α επιχρίω, αλείφω ακόμη μια φορά. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + συγχρίω «επιχρίω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.